Tonight, we had a census.
All my despairs came to visit at once.
I had no idea – not one had warned me before showing up.
They caught me unprepared.
How do you visit someone at this hour, madam?
I had just set course to live a happiness – in my sleep.
An invocation to the Law of Necessity – Necessarily, I was forced.
Panic!
A surplus of love was found in my white shirts, undelivered!
Authorities were summoned at once,
judges, priests, constables.
They questioned the cat I had at twelve,
the elder nun from the monastery who passed away two years ago,
the village ice cream man.
None knew any more than the rest.
I searched through my mornings, schoolyard recesses, hotel rooms.
Nowhere could I find a suitable debtor.
Woe to me if the boss comes tonight – Fear –
and doesn’t find things just how he wants them,
he screeches, rages, and thunders.
What shall I tell him about so much surplus?
He doesn’t listen to words.
“Where was your mind?” he’ll say.
“Leave you alone for one moment and that liar Hope ruins you.”
No, sir, I swear to tell the truth with fear and passion – mostly passion.
Great, but not holy, were the weeks of my suffering, great and endless.
Who will roll away the stone from the door of the tomb for us?
Until Friday night, Saturday never dawns,
and it starts again – in the middle of the night,
with passion – mostly passion.
Be not amazed,
a thousand deaths are easier than one resurrection.
I rushed to bring my documents!
Childhood photos, old diaries,
forgotten bus and theater tickets.
They weren’t enough; they wanted something else.
I brought them my worn-out shoes, the “very good” on my degree,
shattered mirrors, my tears, my sighs.
“We cannot be satisfied with just these, sir.”
At last, I brought them my words, my verses, my poems.
Then, they almost smiled – for the first time! – a crooked Mona Lisa grin.
They consented, and the census was done.
Details within.
Cassandra II, 2024, Eleftheroudakis
Απόψε είχαμε απογραφή.
Με επισκέφθηκαν όλες μου οι απελπισίες μαζεμένες.
Εγώ δεν είχα ιδέα – ποτέ δε με ενημέρωσε καμία πριν έρθει.
Με έπιασαν απροετοίμαστο.
Πώς επισκέπτεσαι τον άλλο τέτοια ώρα κυρά μου;
Είχα τροχοδρομήσει να ζήσω μια ευτυχία – στον ύπνο μου.
Επίκληση στο Δίκαιο της Ανάγκης – Αναγκαστικά αναγκάστηκα.
Πανικός!
Εντοπίστηκε στα άσπρα μου πουκάμισα ένα πλεόνασμα αγάπης που δε δόθηκε!
Καλέστηκαν αμέσως αρμόδιοι,
δικαστές, παπάδες, χωροφύλακες.
Ρωτήθηκε η γάτα που είχα στα δώδεκα,
η γερόντισσα από το μοναστήρι που έφυγε πριν δύο χρόνια,
ο παγωτατζής του χωριού.
Κανείς δεν ήξερε περισσότερες πληροφορίες.
Έψαξα σε πρωινά μου, σε σχολικά διαλείμματα, σε δωμάτια ξενοδοχείων.
Πουθενά δε βρέθηκε ο συμβατός οφειλέτης.
Αλίμονο μου αν έρθει απόψε το αφεντικό – ο φόβος
και δε βρει τα πράγματα καταπώς τα θέλει αυτός,
σκούζει, μανίζει και αστράφτει.
Τι να του πω για τόσο πλεόνασμα;
Δεν παίρνει από λόγια.
«Που ήτανε το μυαλό σου;» θα μου πει,
«Μόλις σ’ αφήσω λίγο, αυτή η ψεύτρα η ελπίδα, σε ρημάζει».
Όχι κύριε, ορκίζομαι να είπω την αλήθεια με φόβο και πάθος – κυρίως πάθος
Μεγάλες αλλά όχι άγιες οι εβδομάδες των παθών μου, μεγάλες και ατελείωτες.
Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου;
Μέχρι Παρασκευή βράδυ, Σάββατο δεν ξημερώνει
και ξανά απ’ την αρχή – ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός,
με πάθος – κυρίως πάθος.
Μὴ ἐκθαμβεῖσθε,
πιο εύκολοι οι χίλιοι θάνατοι από την μία ανάσταση.
Έσπευσα να φέρω τα δικαιολογητικά μου!
Παιδικές φωτογραφίες, παλιά ημερολόγια,
ξεχασμένα εισιτήρια λεωφορείων και παραστάσεων.
Δεν τους αρκούσαν, ήθελαν κάτι άλλο.
Τους έφερα τα λιωμένα μου παπούτσια, το «λίαν καλώς» του πτυχίου μου,
σπασμένους καθρέφτες, τα δάκρια, τους στεναγμούς μου.
«Δεν βολευόμεθα κύριε μονάχα σ’ αυτά».
Τέλος, τους έφερα τις λέξεις μου, τους στίχους και τα ποιήματα μου.
Τότε, σαν να μειδίασαν – πρώτη φορά! – με ένα στραβό χαμόγελο Τζοκόντας.
Συγκατατέθηκαν, και έγινε η απογραφή.
Πληροφορίες εντός.
Κασσάνδρα ΙΙ, 2024, Ελευθερουδάκη