I met Valter by chance but we stayed in touch, which kept growing with time. He lived with his family in a beautiful farm in Zaporizhia, sometime in the 15th century, and I in Kiev, in a dark flat on the 15th floor, in 1984. For a long time, we had a rather successful long-distance relationship. We communicated mainly through birds and bottles; sometimes, he would manage to squeeze his voice through my kitchen sink’s pipes, and I would almost push my whispers through his chimney. Whenever we had time, we gave each other marvelous advice, so appropriate it hardly mattered that it never arrived intact or on time. I never slept without thinking of him. He never woke without thinking of me. In the evenings, we would almost drink together – I, a drop of Charlotte liqueur, and he, a single malt whisky, no fewer than four shots. I helped him to not fear the future, and he told me about the present in full detail, offering me the unique ability to accurately represent the past. Valter, my precious secret. And if, at first, the never received kisses didn’t matter, as always happens, little by little, the dispatches began to get messed up. I phrased a precise question concerning feudalism, and got an answer related to the ingredients of a rustic soup. Though the owl still came at night, its claws were bare, it now seemed fat and less agile. The misunderstanding to end all misunderstandings wasn’t late in coming. Bottle in my bathtub, message in charcoal: «You don’t love me». Bottle in the flour sack, message in cheap eye pencil: «You don’t love me». The sky and the sea were first to understand, and stopped transferring messages backwards and forwards. I became an exceptional historian. I forgot, with no joy, but also with no grief. Last week, I was invited to decode a mediaeval manuscript. They told me it was a miller’s diary. Its last phrases were: «I never understood, Galina. We had exchanged engagement rings and would be married soon». To the chief archaeologist, I wrote hastily that I had only found calculations about credit accounts. Unimportant.
Με τον Βάλτερ γνωριστήκαμε τυχαία και έκτοτε κρατήσαμε επικοινωνία, που με τον καιρό έπαιρνε να πυκνώνει. Εκείνος, έμενε με την οικογένειά του σ’ένα όμορφο αγρόκτημα της Ζαπορίζιας, κάπου στον 15ο αιώνα, κι εγώ στο Κίεβο, σ’ ένα σκοτεινό διαμέρισμα του 15ου ορόφου, το 1984. Για μεγάλο διάστημα είχαμε μια μάλλον πετυχημένη σχέση από απόσταση. Επικοινωνούσαμε κυρίως με πουλιά και με μπουκάλια, καμιά φορά κατάφερνε να βγάλει τη φωνή του από το στόμιο του νεροχύτη μου κι εγώ μετά βίας στρίμωχνα τα μουρμουρητά μου στην καμινάδα του. Όποτε ευκαιρούσαμε, δίναμε ο ένας στον άλλον εξαιρετικές συμβουλές, τόσο εύστοχες, που λίγη σημασία είχε ότι ποτέ δεν έφταναν ολόκληρες ή στην ώρα τους. Δεν κοιμόμουν χωρίς τη σκέψη του. Δεν ξυπνούσε χωρίς τη δική μου. Τα απογεύματα πίναμε σχεδόν μαζί ―εγώ, ελάχιστο λικέρ Σαρλόττα, κι εκείνος ουίσκι σκέτης βύνης, όχι κάτω από τέσσερις μερίδες. Τον βοηθούσα να μη φοβάται το μέλλον και εκείνος μου μιλούσε για το παρόν λεπτομερώς, προσφέροντάς μου την μοναδική ικανότητα να αναπαριστώ με ακρίβεια τα παρελθόντα. Ο Βάλτερ, το ακριβό μυστικό μου. Κι αν στην αρχή δεν είχαν σημασία τα φιλιά που δεν παραδίδονταν, όπως πάντοτε, σιγά-σιγά, οι αποστολές ξεκίνησαν να μπερδεύονται. Ενώ διατύπωνα σαφή ερώτηση για τα φέουδα, η απάντηση που έπαιρνα αφορούσε στα υλικά της χωριάτικης σούπας. Ενώ η κουκουβάγια συνέχισε να έρχεται τα βράδια, τα πόδια της ήταν άδεια, έμοιαζε πλέον παχιά και δυσκίνητη. Η κορυφαία παρανόηση δεν άργησε. Μπουκάλι στη μπανιέρα μου, και το μήνυμα με κάρβουνο: «Δε μ’αγαπάς». Μπουκάλι στο σακί με το αλεύρι, και το μήνυμα με φτηνό μολύβι για τα μάτια: «Δε μ’αγαπάς». Ο ουρανός κι η θάλασσα, κατάλαβαν πρώτοι, καθώς αρμόζει, και έπαψαν να πηγαινοφέρνουν τα μηνύματα. Έγινα εξαίρετη ιστορικός. Ξέχασα, χωρίς χαρά, αλλά και χωρίς λύπη. Σε πρόσφατες ανασκαφές, με κάλεσαν για την αποκωδικοποίηση κάποιου μεσαιωνικού χειρογράφου. Μου είπαν πως επρόκειτο για το ημερολόγιο ενός μυλωνά. Οι τελευταίες φράσεις: «Δεν το κατάλαβα ποτέ, Γκαλίνα. Εμείς, είχαμε αλλάξει δαχτυλίδια και σε λίγο θα παντρευόμασταν.» Στον υπεύθυνο αρχαιολόγο, έγραψα βιαστικά πως βρήκα μόνον υπολογισμούς παρακολούθησης εσόδων. Άνευ σημασίας.